To ταξίδι για την εξορία ήταν σκληρό, σκοτεινό μά την γέμιζε δύναμη. Λίγο πριν ξημερώσει μια ελαφριά υγρασία στην ατμόσφαιρα ένιωθε στο δέρμα της την δροσιά της νύχτας. Έμπαινε στο αυτοκίνητο κοιτώντας τον μπλε μωβ ουρανό τις κορυφές των κτιρίων, άφηνε την ζεστή μέρα διασχίζοντας μια άδεια λεωφόρο. Ένα γλυκό δάκρυ πάντα εκεί σαν από χαρά σαν από ευγνωμοσύνη σαν από κατανόηση, δάκρυ ψεύτικο.
Όταν επέστρεφε ήταν κάπως πιο αισιόδοξη, μετά τον τρόμο της πρώτης φοράς γελούσε με την διαδικασία της πτήσης. Μαύρα μεσάνυχτα σε ένα παλιό λεωφορείο επιβάτες άντρες σε έναν δρόμο χωρίς κανένα φως καμιά σήμανση χωματόδρομο, να κολλάει στο τζάμι προσπαθώντας να δει κσποιο φως στον ορίζοντα να μην βλέπει τίποτα, να μην μιλάει κανείς, αυτό για 20 λεπτά, να σταματάει ο οδηγός να κατέβαινει κάτω να σηκώνει μια μπάρα περνάει έναν δρόμο κάθετα και να συνεχίζει.. κάποτε έφθανε και στο αεροπλάνο.
No comments:
Post a Comment