cinemascope

'Till you named love, I knew no love but you..'

Saturday, September 10

τα βράδυα

δε θέλω να κοιμάμαι κάθε βράδυ...
Στα όνειρα μου.. βλέπω τα λάθη που έκανα μπροστά μου να μου φωνάζουν.. δες... γιατί?? και εκεί να είμαι κοντά τους να τους αναλύω την κατάσταση και την εξήγηση της απόφασης μου.. τι αγνόησα.. τι άφησα.. τι δεν είπα... τι δεν άφησα.. ποιον αγάπησα και γιατι.. που έφτασα .και πόσο δρόμο έχω ακόμη..

βαρέθηκα να βλέπω σκόνη και έρημο και κουράστηκα να περπατάω μέσα στη ζέστη...
κουράστηκα.. θέλω να πεθάνω.. αλλά όχι όπως πριν..

ενα βράδυ..

Είπα να πάρω ένα μαχαίρι και να το καρφώσω στη καρδιά μου.. αυτό αρκούσε σκέφτηκα, και έτσι και έκανα όταν όλοι ήταν σπίτι.... Έπεσα κάτω ανάσκελα.. νιώθωντας ένα σφίξιμο ένα βουητό πόνου απαλό..με έκανε να βγάζω μια βαριά ανάσα.. Δεν είχα ακόμα πεθάνει.. Με κοιτούσαν.. δεν έκλαιγαν..περιμέναν να κλείσω τα μάτια μια για πάντα για να συνχείζουν τις δουλειες τους. Είχαν συμφωνήσει και αυτοί στην απόφαση μου για την κίνηση αυτή του μαχαιριού, τους είχα πείσει... Μπορούσα να τους πεισω για όλα.. .... Όμως..ακόμα... δε πέθαινα.. σηκώθηκα σιγά σιγά απ΄το καναπέ 'Μαμά γιατί δε πέθανα ακόμα..' ξάπλωσε και κλέισε τα μάτια σου είπε.. έτσι μάλλον θα είναι καλύτερα... ο καναπές είχε λεκέδες απτο αίμα μου.. μικρούς .. σαν να μην ήθελε αυτό να βγει απο μέσα μου.. Κάθησα πάλι στον καναπέ και έκοπσα μια φέτα από τη γάμπα μου κάπως όπως όταν ανοίγεις την μπανάνα.. βγήκε από μέσα λίγο γάλα και λίγο άιμα.. και πάσχισα να την ξανακολήσω μιας και δεν είχε νόημα στην ταχύτητα του θανάτου μου.. κρατούσε και τις δυο σχισμένες μου γάμπες ενώ η αδερφή μου με κοιτούσε χωρίς συναίσθημα.. Συνέχισα να ζω και μετα από αυτό.. ενώ σκεφτόμουν πόσο δύσκολος είναι ο θάνατος... Η αλήθεια έιναι ότι δεν ήθελα να ξαπλώσω φοβόμουν ότι αν έκλεινα τ αμάτια δε θα τα άνοιγα ξανά.  Σκεφτόμουν μήπως ήθελα κατι να πω πριν φύγω οριστικά ..θυμήθηκα ότι πολλά ήταν αυτά που δεν έβγαλα από μέσα μου ακόμα και είναι κρίμα να φύγω έτσι . Οι γονείς μου επέμεναν να ξαπλώσω για να μη πονάωω πεισσότερο... και με διαβεβαίωσαν ότι όλα θα πάνε καλά.. και ο θάνατος θα έρθει σύντομα. να μην ανησυχώ..
Ξαφνικά ενώ ακόμα χτυπούσε η καρδιά μου που τώρα ένιωθα τον χτύπο της σε όλο μου το κορμί.. για μια στιγμή .. το μετάνιωσα.. είπα ..Μαμά όχι θέλω να ζήσω ακόμα..
Δε με ρώτησε τίποτα και αναρωτήθηκε τι μπορούμε να κάνουμε τώρα που είχα ήση μαχαιρωθεί... Του είπα να με πάνε στο νοσοκομείο..και έτσι βγήκαμε βιαστικά από το σπίτι.. εγώ με το ένα χέρι να προσπαθώ να κρατάω τη μιά φέτα της γάμπας που κρεμόταν..και σιγά σιγά λίγο αδύναμη να προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να πάμε στο νοσοκομείο.. Ο μπαμπας μου άρχισε να ψάχνει μεταοφρικό μέσο και ακούσαμε το τρένο να έρχεται ενώ είμασταν στη μέση των γραμμών του.. Το τρένο ερχόταν κατά πάνω μας, ένιωσα λίγο τυχερή μιας και πέρασε την ώρα που το χρειαζόμασταν ..όμως δε σταμάτησε να μας πάρει μια και του είχαμε κλείσει το δόρμο..πήρε ένα παράδρομο αγνοώντας τις μορφές μας και την φωνή του πατέρα μου.. που αν και βραχνή δυνατή σκεπαζόταν από τα σφυρίγματα του τρένου..
Άρχισα να εξασθενώ..καταλάβαινα..οτι ο θάνατος ερχόταν σύντομα.. και εγω μόλις το είχα μετανιώσει.. Με έπιασε πανικώς.. και η μαμά μου έλεγε.. μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά.. θα φτάσουμε στο νοσοκομείο..
Ένα ταξί ήταν αραγμένο σε μια εξέδρα λες και περιμενε εμάς.. ο οδηγός άφαντος.. Πάσχιζε ο πατέρας μου να τον βρεί μα τίποτα... το αυτοκίνητο κλειδωμένο..

ετσι έιναι η ζωή σκέφτηκα.. γεμάτη άτυχες στιγμές...